Κυκλοφορία - ‫ٹریفک‬


‫حادثہ‬
ḥạdtẖہ
το ατύχημα


‫پھاٹک‬
pھạٹḵ
το οδόφραγμα


‫سائیکل‬
sạỷy̰ḵl
το ποδήλατο


‫کشتی‬
ḵsẖty̰
η βάρκα


‫بس‬
bs
το λεωφορείο


‫کیبل کار‬
ḵy̰bl ḵạr
το τελεφερίκ


‫گاڑی‬
gạڑy̰
το αυτοκίνητο


‫کیمپنگ کی گاڑی‬
ḵy̰mpng ḵy̰ gạڑy̰
το τροχόσπιτο


‫بگھی‬
bgھy̰
η άμαξα


‫ہجوم‬
ہjwm
η συμφόρηση


‫دیہات کی سڑک‬
dy̰ہạt ḵy̰ sڑḵ
ο επαρχιακός δρόμος


‫مسافر بردار پانی کا جہاز‬
msạfr brdạr pạny̰ ḵạ jہạz
το κρουαζιερόπλοιο


‫موڑ‬
mwڑ
η στροφή


‫راستہ بند ہے‬
rạstہ bnd ہے
το αδιέξοδο


‫روانگی‬
rwạngy̰
η αναχώρηση


‫حادثاتی بریک‬
ḥạdtẖạty̰ bry̰ḵ
το φρένο έκτακτης ανάγκης


‫داخلی راستہ‬
dạkẖly̰ rạstہ
η είσοδος


‫بجلی کی سیڑھیاں‬
bjly̰ ḵy̰ sy̰ڑھy̰ạں
η κυλιόμενη σκάλα


‫فالتو سامان‬
fạltw sạmạn
οι υπέρβαρες αποσκευές


‫باہر جانے کا راستہ‬
bạہr jạnے ḵạ rạstہ
η έξοδος


‫فیری‬
fy̰ry̰
το πορθμείο


‫آگ بجھانے کی گاڑی‬
ậg bjھạnے ḵy̰ gạڑy̰
το πυροσβεστικό όχημα


‫پرواز‬
prwạz
η πτήση


‫مال گاڑی‬
mạl gạڑy̰
το αυτοκίνητο εμπορευματικών μεταφορών


‫پٹرول‬
pٹrwl
το αέριο / βενζίνη


‫ہینڈ بریک‬
ہy̰nڈ bry̰ḵ
το χειρόφρενο


‫ہیلی کوپٹر‬
ہy̰ly̰ ḵwpٹr
το ελικόπτερο


‫ہائی وے‬
ہạỷy̰ wے
η εθνική οδός


‫گھر نما کشتی‬
gھr nmạ ḵsẖty̰
το πλωτό σπίτι


‫عورتوں کی سائیکل‬
ʿwrtwں ḵy̰ sạỷy̰ḵl
το γυναικείο ποδήλατο


‫بائیں طرف مڑنا ہے‬
bạỷy̰ں ṭrf mڑnạ ہے
η αριστερή στροφή


‫ریل گاڑی کے گزرنے کی جگہ‬
ry̰l gạڑy̰ ḵے gzrnے ḵy̰ jgہ
η ισόπεδη διάβαση


‫ریل گاڑی‬
ry̰l gạڑy̰
η ατμομηχανή


‫نقشہ‬
nqsẖہ
ο χάρτης


‫زمین دوز ٹرین‬
zmy̰n dwz ٹry̰n
το μετρό


‫اسکوٹر‬
ạsḵwٹr
το μοτοποδήλατο


‫موٹر بوٹ‬
mwٹr bwٹ
το μηχανοκίνητο σκάφος


‫موٹر سائیکل‬
mwٹr sạỷy̰ḵl
η μοτοσικλέτα


‫ہیلمٹ‬
ہy̰lmٹ
το κράνος μοτοσικλέτας


‫موٹر سائیکل سوار‬
mwٹr sạỷy̰ḵl swạr
ο μοτοσικλετιστής


‫پہاڑی راستوں پر چلانے والی سائیکل‬
pہạڑy̰ rạstwں pr cẖlạnے wạly̰ sạỷy̰ḵl
το ποδήλατο βουνού


‫پہاڑی سڑک‬
pہạڑy̰ sڑḵ
το ορεινό πέρασμα


‫گاڑی کو پار کرنا منع ہے‬
gạڑy̰ ḵw pạr ḵrnạ mnʿ ہے
η ζώνη απαγόρευσης της προσπέρασης


‫سگریٹ نہ پینے والوں کے لئے‬
sgry̰ٹ nہ py̰nے wạlwں ḵے lỷے
απαγορεύεται το κάπνισμα


‫یک طرفہ راستہ‬
y̰ḵ ṭrfہ rạstہ
ο μονόδρομος


‫پارکنگ میٹر‬
pạrḵng my̰ٹr
το παρκόμετρο


‫مسافر‬
msạfr
ο επιβάτης


‫مسافروں کا ہوائی جہاز‬
msạfrwں ḵạ ہwạỷy̰ jہạz
το επιβατικό αεροσκάφος


‫پیدل چلنے والوں کے لئے‬
py̰dl cẖlnے wạlwں ḵے lỷے
ο πεζόδρομος


‫ہوائی جہاز‬
ہwạỷy̰ jہạz
το αεροπλάνο


‫گڑھا‬
gڑھạ
η λακκούβα


‫پنکھوں والا جہاز‬
pnḵھwں wạlạ jہạz
το αεροσκάφος ελίκων


‫پٹری‬
pٹry̰
η σιδηροδρομική γραμμή


‫ریل گاڑی کے لئیے پل‬
ry̰l gạڑy̰ ḵے lỷy̰ے pl
η σιδηροδρομική γέφυρα


‫جانے کی سمت‬
jạnے ḵy̰ smt
η ράμπα


‫آپ کو اجازت ہے‬
ập ḵw ạjạzt ہے
το δικαίωμα διόδου


‫سڑک‬
sڑḵ
ο δρόμος


‫چوراہا‬
cẖwrạہạ
η παράκαμψη


‫کرسیوں کی قطار‬
ḵrsy̰wں ḵy̰ qṭạr
η σειρά καθισμάτων


‫اسکوٹر‬
ạsḵwٹr
το σκούτερ


‫اسکوٹر‬
ạsḵwٹr
το σκούτερ


‫راستہ دکھانے کا نشان‬
rạstہ dḵھạnے ḵạ nsẖạn
ο οδοδείκτης


‫برف پر چلانے کی کرسی‬
brf pr cẖlạnے ḵy̰ ḵrsy̰
το έλκηθρο


‫برف پر چلانے کی موٹر سائیکل‬
brf pr cẖlạnے ḵy̰ mwٹr sạỷy̰ḵl
το όχημα χιονιού


‫رفتار‬
rftạr
η ταχύτητα


‫حد رفتار‬
ḥd rftạr
το όριο ταχύτητας


‫اسٹیشن‬
ạsٹy̰sẖn
ο σταθμός


‫پانی کا جہاز‬
pạny̰ ḵạ jہạz
το ατμόπλοιο


‫اسٹاپ‬
ạsٹạp
η στάση


‫سڑک کے نام کا نشان‬
sڑḵ ḵے nạm ḵạ nsẖạn
η πινακίδα


‫بچوں کی گاڑی‬
bcẖwں ḵy̰ gạڑy̰
το βρεφικό καρότσι


‫زمین دوز ٹرین کا اسٹیشن‬
zmy̰n dwz ٹry̰n ḵạ ạsٹy̰sẖn
ο σταθμός του μετρό


‫ٹیکسی‬
ٹy̰ḵsy̰
το ταξί


‫ٹکٹ‬
ٹḵٹ
το εισιτήριο


‫ٹائم ٹیبل / شیڈول‬
ٹạỷm ٹy̰bl / sẖy̰ڈwl
ο πίνακας αφίξεων-αναχωρήσεων


‫پلیٹ فارم‬
ply̰ٹ fạrm
η γραμμή τρένου


‫لائن تبدیل کرنے کی جگہ‬
lạỷn tbdy̰l ḵrnے ḵy̰ jgہ
η αλλαγή γραμμής τρένου


‫ٹریکٹر‬
ٹry̰ḵٹr
το τρακτέρ


‫ٹریفک‬
ٹry̰fḵ
η κίνηση


‫ٹریفک جام‬
ٹry̰fḵ jạm
η κυκλοφοριακή συμφόρηση


‫سگنل‬
sgnl
ο φωτεινός σηματοδότης


‫ٹریفک کا نشان‬
ٹry̰fḵ ḵạ nsẖạn
η πινακίδα κυκλοφορίας


‫ٹرین‬
ٹry̰n
το τρένο


‫ٹرین کا سفر‬
ٹry̰n ḵạ sfr
η βόλτα με τρένο


‫ٹرام‬
ٹrạm
το τραμ


‫ٹرانسپورٹ‬
ٹrạnspwrٹ
η μεταφορά


‫تین پہیوں والی سائیکل‬
ty̰n pہy̰wں wạly̰ sạỷy̰ḵl
το τρίκυκλο


‫ٹرک‬
ٹrḵ
το φορτηγό


‫آنے جانے کا راستہ‬
ậnے jạnے ḵạ rạstہ
η αμφίδρομη κίνηση


‫زمین دوز راستہ‬
zmy̰n dwz rạstہ
η υπόγεια διάβαση


‫اسٹئیرنگ‬
ạsٹỷy̰rng
ο τροχός


‫زیپلن‬
zy̰pln
το ζέπελιν / αερόπλοιο