2  [divi]

ģimene
2  [δύο]

Οικογένεια
 
 
vectēvs
ο παππούς
vecmāmiņa
η γιαγιά
viņš un viņa
αυτός και αυτή
 
 
tēvs
ο πατέρας
māte
η μητέρα
viņš un viņa
αυτός και αυτή
 
 
dēls
ο γιος
meita
η κόρη
viņš un viņa
αυτός και αυτή
 
 
brālis
ο αδελφός
māsa
η αδελφή
viņš un viņa
αυτός και αυτή
 
 
tēvocis
ο θείος
tante
η θεία
viņš un viņa
αυτός και αυτή
 
 
Mēs esam ģimene.
Εμείς είμαστε μία οικογένεια.
Ģimene nav maza.
Η οικογένεια δεν είναι μικρή.
Ģimene ir liela.
Η οικογένεια είναι μεγάλη.
 
 
© Copyright 2007-2008 Goethe-Verlag München und Lizenzgeber. All rights reserved. Alle Rechte vorbehalten.